Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025

 ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ

ΣΗΜΑΙΝΕΙ  ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ…ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΙΛΑΕΙ ΔΗΛΑΔΗ ΓΙ ΑΠΟΛΥ ΠΕΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΑΛΛ Α ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΙΔΙΩΣ ΣΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΠΧ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ Η ΜΗ ΣΥΝΕΧΕΙ Α ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ …ΣΤΗ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΝΕΟΤΕΡΙΚΗ ΓΡΑΦΗ  ΕΙΝΑΙ  ΠΟΛΛΑ

ΚΑΤΙ ΑΝΑΛΟΓΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΠΑΛΑΙΟΥ, ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ, ΚΛΑΣΙΚΟΥ ΚΑΙ  ΜΟΝΤΕΡΝΟΥ, ΔΗΛΑΔΗ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ , ΠΑΡΟΝΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΥ

ΣΥΝΗΘΩΣ ΤΟ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟ ΚΑΙ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟ

ΕΣΧΑΤΩΣ ΠΡΟΕΚΥΨΕ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟ ΚΑΙ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟ ΠΟΥ ΕΠΙΤΕΙΝΕΙ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΟΥ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΥ

ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗ Τ Α ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΑΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΓΡΑΦΗ ΝΕΟΤΕΡΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΚΛΠ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΗΝ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ..

ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΈΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ 18

Τι είναι η νεωτερικότητα στη λογοτεχνία; Ορίζεται ως πειραματισμός, εκσυγχρονισμός, παραβατικότητα, ως το αντίθετο της παράδοσης, ως διαρκής υπέρβαση; Είναι το ειδοποιό της στοιχείο η μέριμνα για τις τροπικότητες και τις δυνατότητες της γλώσσας; Τα τελευταία χρόνια έχω την αίσθηση ότι γίνεται κατάχρηση της λέξης «νεωτερικός» στο χώρο της μελέτης της λογοτεχνίας (ιδιαίτερα της πεζογραφίας) με τις αναφορές σε «νεωτερική ποιητική», «νεωτερική τεχνική», «νεωτερική γραφή» ή «νεωτερική πεζογραφία», χωρίς να διευκρινίζεται αν με τον όρο νοείται κάτι νέο, πρωτοποριακό, μοντέρνο, μοντερνιστικό ή ακόμη και μεταμοντέρνο. Σε λίγες μέρες μάλιστα διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη ολόκληρο συνέδριο με θέμα: «Η νεωτερικότητα στη νεοελληνική λογοτεχνία και κριτική του 19ου και του 20ού αιώνα».

Η νεωτερικότητα μπορούμε να πούμε ότι καταστέλλει την αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, αντιπαραβάλλοντας στη διάρκειά της τους στιγμιαίους «κραδασμούς», θρυμματίζοντας την ενότητα του υποκειμένου και προκαλώντας κρίση στις αφηγηματικές μορφές αναπαράστασης. Μπορεί ως αισθητική κατηγορία η νεωτερικότητα να παραπέμπει σε μια ιδιαίτερη αίσθηση του χρόνου ή ως όρος modernite να εισάγεται το 1845 σε ένα δοκίμιο του Μπωντλαίρ για τον ζωγράφο Constantin Guys, όπου ορίζεται ως κάτι το εφήμερο, το φευγαλέο και το απρόβλεπτο, ωστόσο δεν είναι τόσο ιστορικά προσδιορισμένη όσο στο χώρο της κοινωνικής θεωρίας όπου θεωρείται ότι αρχίζει με τον διαχωρισμό χρόνου και χώρου ως ξεχωριστών κατηγοριών.

Και εκεί βέβαια ο ορισμός της ποικίλλει καθώς συνδέεται πότε με την εκβιομηχάνιση, την εκκοσμίκευση, την ορθολογικοποίηση (Μαξ Βέμπερ), τη δυναμική του κεφαλαίου (Μαρξ) ή το «ατελές εγχείρημα» του Διαφωτισμού (Χάμπερμας), πότε αντιδιαστέλλεται προς το θρησκευτικό φονταμενταλισμό, άλλοτε συγχέεται με τον εκσυγχρονισμό (modernization), ενώ τελευταία γίνεται λόγος και για «μετα-αποικιακές αντινεωτερικότητες» (Βhabha) ή για «ρευστή νεωτερικότητα» (Βauman). Παρ΄ όλα αυτά η νεωτερικότητα ως κοινωνιολογική κατηγορία φαίνεται πιο ιστορικά καθορισμένη από ό,τι στο χώρο της αισθητικής ή της λογοτεχνίας.

Στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας και κριτικής η χρήση των όρων «νεωτερικότητα» και «νεωτερικός» πάσχει από ασάφεια και μπορεί να οδηγήσει στο χαρακτηρισμό μιας πληθώρας κειμένων ως νεωτερικών με το πρόσχημα ότι μπορεί να ανιχνευθούν σε αυτά ψήγματα πειραματισμού, πρωτόγνωροι αφηγηματικοί τρόποι και εν γένει κάθε είδους μοντέρνα ψιμύθια. Η νεωτερικότητα έτσι ανάγεται σε μια χαλαρή και διευρυμένη αισθητική κατηγορία η οποία μπορεί να φέρει κοντά τον Μητσάκη με τον Πεντζίκη, τον Παπαδιαμάντη με τον Χειμωνά και τον Ροΐδη με τον Σωτήρη Δημητρίου ή να χωρέσει ακόμη και την Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Δούκα. Ενίοτε μάλιστα χρησιμοποιείται και η έννοια της προ-νεωτερικότητας ή του πρωτο-μοντερνισμού για να αποσπασθούν κάποιοι συγγραφείς του δέκατου ένατου αιώνα από τα παραδοσιακά σχήματα της ηθογραφίας.

Σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου τα λογοτεχνικά ρεύματα ήταν επείσακτα ή διαθλαστικά μεταφερμένα, η έννοια της λογοτεχνικής νεωτερικότητας αποδεικνύεται ιδιαίτερα βολική και περιεκτική για να αγκαλιάσει κάθε μορφή πειραματισμού και να βαφτιστεί «νεωτερική» κάθε μορφική ιδιοτροπία. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβάλλει τελικά στο να κατανοήσουμε τις λογοτεχνικές εξελίξεις ή να διακρίνουμε ρεύματα (ρεαλισμός, μοντερνισμός, μεταμοντερνισμός), με αποτέλεσμα να επιτείνεται η σύγχυση. Ούτε μας βοηθάει να εκτιμήσουμε την τοπική δεκτικότητα, τις πολιτισμικές αντιστάσεις ή τις ιδεολογικές στρεβλώσεις. Μπορούμε να χαρακτηρίζουμε σχεδόν τα πάντα νεωτερικά; Αποτελεί η νεωτερικότητα μια ανεξάντλητη και υπερβατική ιδιότητα; Αν το νεωτερικό παραπέμπει σε κάτι το εισαγόμενο, με τι μέτρα, ιθαγενή ή αλλότρια, θα κρίνουμε τελικά το νεωτερισμό του;

Ποια είναι η σχέση μοντερνισμού και νεωτερικότητας στο χώρο της λογοτεχνίας, δεδομένου ότι υπάρχουν πτυχές του ευρωπαϊκού μοντερνισμού που αποθεώνουν την ταχύτητα, την τεχνολογία ή την υπερβολή και άλλες που ρέπουν προς το συντηρητικό Αγγλικανισμό (Ελιοτ) ή τις χθόνιες δυνάμεις του μύθου (Ντ. Χ. Λώρενς); Νεωτερικότητα και αντι-νεωτερικότητα δηλαδή συνυπάρχουν στον μοντερνισμό; Είναι επίσης η νεωτερικότητα ένα διαχρονικό γνώρισμα που συνδέει μοντερνισμό και μετα-μοντερνισμό; Μήπως η έμφαση σε μια απροσδιόριστη και γενική νεωτερικότητα οδηγεί σε ένα νέο φορμαλισμό;

Ετσι που χρησιμοποιείται στα ελληνικά η νεωτερικότητα, έχω την εντύπωση ότι υπονομεύει την ιστορικότητά της. Αν η νεωτερικότητα δεν έχει ιστορικά όρια, περιόδους, φάσεις και τάσεις, τότε αναδεικνύεται σε μια υπεριστορική κατηγορία που υπερβαίνει καλλιτεχνικά ρεύματα και ισοπεδώνει ιστορικές διαφορές. Πάσχοντας από ένα σύνδρομο πολιτισμικής καθυστέρησης ή υστέρησης, οι έλληνες κριτικοί και μελετητές τείνουν ως αντίδοτο σε αυτό το αίσθημα μειονεξίας να γενικεύουν αδιάκριτα την απόδοση του χαρακτηρισμού «νεωτερικό» σε κείμενα, παραποιώντας έτσι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και λογοτεχνικές εξελίξεις. Μήπως σε αυτή την περίπτωση θα ήταν προτιμότερο να μιλάμε για νεωτερικότητα των αναγνωστών παρά των συγγραφέων, δηλαδή νεωτερικότητα που την ανακαλύπτουν ή την προσδίδουν εκ των υστέρων οι αναγνώστες χωρίς να την έχουν προσχεδιάσει οι συγγραφείς με την ένταξή τους σε κάποιο πρωτοποριακό ρεύμα;

Η έννοια της νεωτερικότητας προϋποθέτει πάντα μια συγκροτημένη αντίληψη περί παράδοσης, την οποία αντιμάχεται. Επομένως, αν θέλουμε να οριοθετήσουμε χρονικά τη νεωτερικότητα στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, θα πρέπει να δούμε πότε συγκροτείται ένας ισχυρός λόγος περί λογοτεχνικής παράδοσης. Πότε δηλαδή προκύπτει η παράδοση ως έννοια ή ιδεολόγημα; Ιστορικοποιώντας την παράδοση, ιστορικοποιούμε και τη νεωτερικότητα. Αλλωστε και οι δύο συνιστούν μορφές ιστορικής αντίληψης του χρόνου.

Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Βirmingham της Αγγλίας.

 

ΣΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ    Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, το δίπολο του χρόνου και του χώρου, όπου η γεωγραφία έχει από καιρό παραμερίσει την Ιστορία με μια μετατόπιση από τις νεωτερικές έννοιες του εκπατρισμού και της πολιτικής εξορίας στις μετανεωτερικές τής μετανάστευσης και του νομαδισμού  ή της ταυτότητας που γινονται μετατροπές και αλλαγές στη συλληψη και κατασκευή...πολπολιτισμικοτητα κλπ


Να μιλήσω για ιστορία ως παράδειγμα; νεωτερικοτητα ορίζουμε το πέρασμα από την ιστορία στην ιστορία που έχει νόμο τέλεια. Τίποτα δεν έχει σημασία αν δεν το εντάξουμε σε πλαίσιο, αίτιο και συνέπεια. Η μετά νεωτερικοτητα θεωρεί ιστορία ότι συμβαίνει γύρω μας. Όχι τα μεγάλα γεγονότα.


  ΣυγγραφήΕργασ ι ώνΨυχολογίαςμεΒάσητ ι ςΚατευθυντήρ ι εςΑρχέςτουAPAStyle7 η Έκδοση   ΠαναγιώτηςΠαρπότταςκαιΕλενίτσαΚιτρομηλίδου Ευρωπ...