λογοτεχνικό ημερολόγιο
ΦΟΡΜΑ 1 — Αφόρμηση (Prompt-To-Prose Template)
Για να ξεκινήσεις κάθε μικρό διήγημα ή κομμάτι.
[1] Ερέθισμα
— Από πού ξεκινάω; (AniLines / ηχητικό / σημείωμα)
[2] Τι συναισθηματικό “ρεύμα” ανοίγει;
— Πόνος / τρυφερότητα / απολυτοποίηση / στήριγμα / φόβος / φως
[3] Ποια θεματική αφορά;
— Πατέρας / Motherfond / Αποσυμπιεστής / Απολυτοποίηση / Αναγέννηση
(σβήσε ό,τι δεν χρειάζεται)
[4] Σκηνή-καταλύτης (μια εικόνα 2 γραμμών)
— Πού βρίσκεται η ηρωίδα; Τι κάνει; Τι βλέπει;
[5] Το πρώτο μικρό απόσπασμα
— 3–6 προτάσεις που “ρίχνουν” τον αναγνώστη μέσα.
✅ ΦΟΡΜΑ 2 — Μετατροπή AniLines + Ηχητικών σε Στίχους
(για να βγάζεις υλικό κάθε φορά)
[1] Ήχος / φράση / νόημα από AniLines:
(γράψε το αυτούσιο ή περιληπτικά)
[2] Συνοδευτικό ηχητικό δικό σου:
(τι προσθέτει; ποιο “άκρο” ή ποιο “βάθος”)
[3] Ενιαίο συναίσθημα που γεννιέται:
(1 λέξη + 1 χρώμα + 1 κίνηση → π.χ. “απώλεια – γκρίζο – βύθισμα”)
[4] Στίχοι / ποιητικό θραύσμα που γεννιέται:
(4–10 στίχοι, χωρίς φόβο να είναι ακατέργαστοι)
✅ ΦΟΡΜΑ 3 — Μετατροπή Στίχων σε Διήγημα
(Το πιο σημαντικό εργαλείο: πώς από ποίηση φτιάχνεις πρόζα.)
[1] Βρες την “κρυμμένη σκηνή” μέσα στους στίχους σου:
– Τοπίο
– Συναισθηματικός κόμπος
– Μια κίνηση ή σιωπή
[2] Μετατροπή σε αφηγηματική φράση 2–3 γραμμών:
(Αυτό είναι ο πυρήνας του διηγήματος)
[3] Ανήκει σε ποια ηλικία της ηρωίδας;
— 20 / 30 / 40 / 50
(μία ή όλες, ανάλογα με το σχέδιο)
[4] Πού μπαίνει ο αποσυμπιεστής;
— Σα μέσο
— Σα σκιά
— Σα μυστικό εργαλείο
— Σα απειλή
— Σα εξιλέωση
(διάλεξε μορφή)
[5] Ποια μεταβολή συμβαίνει;
— από φόβο → σε κατανόηση
— από σύγχυση → σε απόφαση
— από σχάση → σε σύνθεση
✅ ΦΟΡΜΑ 4 — Ενσωμάτωση Ποιήματος μέσα σε Διήγημα
(ώστε να έχεις εμβόλιμα ποιήματα που στέλνεις και στον κύριο Πασκάλη)
Τρόπος εισαγωγής:
— (α) ως εσωτερικός μονόλογος
— (β) ως γράμμα/σημείωμα της ηρωίδας
— (γ) ως αφήγηση ενός αντικειμένου (π.χ. “το τετράδιο είπε…”)
— (δ) ως flashback συναισθηματικό
— (ε) ως “φωνή” του αποσυμπιεστή
Μορφή:
— 4–14 στίχοι
— μικρός τίτλος ή χωρίς
— ένταξη ρευστή, όχι στάσιμη
(να μοιάζει αυτονόητο μέσα στο κείμενο)
✅ ΦΟΡΜΑ 5 — Εβδομαδιαία Ρουτίνα Δημιουργίας
(Το know-how σου για να μπορέσεις να εκκινήσεις και να συνεχίσεις.)
Κάθε εβδομάδα:
-
Διάλεξε 1–2 κομμάτια AniLines
-
Διάλεξε 1 δικό σου ηχητικό
-
Φτιάξε 1 μικρό ποιητικό θραύσμα
-
Μετέτρεψε το σε μια μικρή σκηνή
-
Διάλεξε μια ηλικία (20/30/40/50)
-
Δες πώς μπαίνει ο αποσυμπιεστής σε εκείνη τη σκηνή
-
Γράψε 500–1200 λέξεις διήγημα/υποενότητα
-
Βάλε 4–10 στίχους μέσα (εμβόλιμη ποίηση)
-
Στείλε το ποίημα της εβδομάδας στον κ. Πασκάλη
-
Αποθήκευσε το διήγημα στην κατηγορία:
– Πατέρας
– Motherfond
– Απολυτοποίηση
– Αναγέννηση (αν υπάρχει)
– Αποσυμπιεστής
Διάλεξε 1–2 κομμάτια AniLines
Διάλεξε 1 δικό σου ηχητικό
Φτιάξε 1 μικρό ποιητικό θραύσμα
Μετέτρεψε το σε μια μικρή σκηνή
Διάλεξε μια ηλικία (20/30/40/50)
Δες πώς μπαίνει ο αποσυμπιεστής σε εκείνη τη σκηνή
Γράψε 500–1200 λέξεις διήγημα/υποενότητα
Βάλε 4–10 στίχους μέσα (εμβόλιμη ποίηση)
Στείλε το ποίημα της εβδομάδας στον κ. Πασκάλη
Αποθήκευσε το διήγημα στην κατηγορία:
– Πατέρας
– Motherfond
– Απολυτοποίηση
– Αναγέννηση (αν υπάρχει)
– Αποσυμπιεστής
Ερωτήσεις Ανάπτυξης Χαρακτήρων
1. Ποιο είναι
το όνομα και η ηλικία τους;
2. Ποια
είναι τα βασικά στοιχεία της εμφάνισής τους (μαλλιά, μάτια, ύψος, βάρος,
χαρακτηριστικά – εκ γενετής – σημάδια, ρούχα); Τι τους ενοχλεί περισσότερο σ’
αυτήν;
3. Τι
επαγγέλλονται;
4. Ποια
είναι η κατάσταση της υγείας τους, υπάρχουν αναπηρίες ή ανικανότητες;
5. Ποια
είναι η γνώμη τους για τα ομαδικά αθλήματα – πηγαίνουν στο γήπεδο;
6. Ποιες
είναι οι αγαπημένες του συνήθειες;
7. Τι τους
ενοχλεί περισσότερο, φοβούνται κάτι ιδιαίτερα;
8. Ποιο
είναι το προφίλ των φίλων τους;
9. Καπνίζουν,
πίνουν καφέ ή αλκοόλ, έχουν δοκιμάσει ή κάνουν συστηματική χρήση
παραισθησιογόνων ουσιών;
10. Διαβάζουν
εφημερίδες, περιοδικά, χρησιμοποιούν το διαδίκτυο, τα blogs κ.τ.λ.;
11. Πηγαίνουν
στον κινηματογράφο και εάν ναι ποιες ταινίες προτιμούν;
12. Τι τους
αρέσει και τι όχι στην τηλεόραση;
13. Διαβάζουν
και αν ναι τι;
14. Ποιο
είδος μουσικής τους αρέσει περισσότερο;
15. Πώς
περνούν τις διακοπές του (εάν πηγαίνουν);
16. Ζουν στην
πόλη ή σε χωριό, προάστιο, θάλασσα κ.τ.λ.;
17. Πώς είναι
το σπίτι τους;
18. Έχουν
αδέλφια, γονείς (παππούδες) εν ζωή, ποιες οι σχέσεις μαζί τους και πόσο συχνά
τους βλέπουν;
19. Έχουν
φίλους ή εχθρούς;
20. Έχουν
κατοικίδια;
21. Πηγαίνουν
στην εκκλησία αυτοί ή κάποιος δικός τους;
22. Αθλούνται
και εάν ναι, συστηματικά;
23. Ποιες
είναι οι διατροφικές του συνήθειες;
24. Ποιο
είναι το ισχυρότερο και ποιο το πλέον αδύνατο στοιχείο του χαρακτήρα τους;
25. Τι τους
ενεργοποιεί και τι τους χαλαρώνει;
26. Είναι
ευτυχισμένοι στη δουλειά τους;
27. Γνωρίζετε
κάποια από τα μυστικά τους;
28. Ποια
είναι η αγαπημένη τους μυρωδιά και ποιο το αγαπημένο τους χρώμα;
29. Ποιο
είναι το πολυτιμότερο αντικείμενο που διαθέτουν στην κατοχή τους;
30. Έχουν
σεξουαλικές επαφές και με ποιο φύλο;
31. Ποιο
είναι το τελευταίο πρόσωπο που τους είπε πως τους αγαπά;
32. Πότε
είπαν τελευταία φορά ψέματα και γιατί;
33. Έχουν
βιαιοπραγήσει σε κάποιον τα τελευταία χρόνια και γιατί;
34. Τους
αρέσει να βωμολοχούν;
35. Τι μπορεί
να τους κρατήσει άγρυπνους τη νύχτα;
36. Τι είναι
αυτό για το οποίο έχουν μετανιώσει περισσότερο μέχρι σήμερα;
37. Ποιο
είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμά τους;
38. Τι
επιθυμούν πολύ να κάνουν και δεν το έχουν καταφέρει ως τώρα;
39. Ποιες
είναι οι πολιτικές τους πεποιθήσεις – έχουν κομματική «ταυτότητα»;
40. Ποια
είναι η άποψή τους για εσάς;
Στείλατε
α) ως αφηγητή άτομο του αντίθετου φύλου και
β) αν το
περιεχόμενο του «λαχείου», κυριολεκτικού ή μεταφορικού, θα δοθεί στην αρχή ή το
τέλος του κειμένου.
Στο διήγημα
συστήνεται να χρησιμοποιήσετε περισσότερα από δέκα (10) σχήματα λόγου (ενδεικτική
αναφορά: ασύνδετο, πολυσύνδετο, μεταφορές, μετωνυμίες, παρομοιώσεις κ.τ.λ.).
Είναι
υποχρεωτικό στο διήγημά σας να εμπεριέχονται αφηγηματικές τεχνικές:
ισοχρονίας (διάλογος)
επιβράδυνσης - επιμήκυνσης (αφήγηση γεγονότων,
περιγραφές)
επιτάχυνσης - περίληψης (συνοπτικής αφήγησης
γεγονότων μεγάλης διάρκειας)
Στο ύφος του Cesare Pavese
«Σήμερα η βροχή χτυπάει την πόρτα μου σαν να ξέρει όλα τα μυστικά μου. Κάθε σταγόνα είναι μια λέξη που δεν τόλμησα να γράψω, ένα όνειρο που άφησα να ξεθωριάσει. Κι όμως, μέσα σ’ αυτή τη σιωπή, νιώθω ότι γράφω για να μείνω ζωντανός. Ο χρόνος περνάει, και μαζί του φεύγει κάτι από μένα, αλλά εγώ κρατώ τις λέξεις μου σαν μικρά αποτυπώματα φωτός σε μια σκοτεινή γωνιά.»
«Σήμερα η βροχή χτυπάει την πόρτα μου σαν να ξέρει όλα τα μυστικά μου. Κάθε σταγόνα είναι μια λέξη που δεν τόλμησα να γράψω, ένα όνειρο που άφησα να ξεθωριάσει. Κι όμως, μέσα σ’ αυτή τη σιωπή, νιώθω ότι γράφω για να μείνω ζωντανός. Ο χρόνος περνάει, και μαζί του φεύγει κάτι από μένα, αλλά εγώ κρατώ τις λέξεις μου σαν μικρά αποτυπώματα φωτός σε μια σκοτεινή γωνιά.»
🖋️ Στο ύφος της Anaïs Nin
«Αγαπημένο μου ημερολόγιο, σήμερα ένιωσα τον ήλιο να μπαίνει στο δωμάτιο σαν να ήθελε να ξυπνήσει τις πιο κρυφές μου επιθυμίες. Κάθε λέξη που γράφω είναι ένα άγγιγμα στον εαυτό μου, μια εσωτερική αναπνοή που με κρατάει ζωντανή. Ο έρωτας και η γραφή είναι ένα παιχνίδι φωτός και σκιάς, και εγώ χορεύω ανάμεσα τους χωρίς να ξέρω πού τελειώνει το ένα και αρχίζει το άλλο.»
«Αγαπημένο μου ημερολόγιο, σήμερα ένιωσα τον ήλιο να μπαίνει στο δωμάτιο σαν να ήθελε να ξυπνήσει τις πιο κρυφές μου επιθυμίες. Κάθε λέξη που γράφω είναι ένα άγγιγμα στον εαυτό μου, μια εσωτερική αναπνοή που με κρατάει ζωντανή. Ο έρωτας και η γραφή είναι ένα παιχνίδι φωτός και σκιάς, και εγώ χορεύω ανάμεσα τους χωρίς να ξέρω πού τελειώνει το ένα και αρχίζει το άλλο.»
Δείγμα ημερολογιακής γραφής
(σελίδα ~1‑2, με ύφος: εσωτερικός διάλογος + στιγμιαία πυκνότητα + επαναστατική τρυφερότητα)
12 Μαΐου
Ο ήλιος μπαίνει στο δωμάτιο σαν εισβολέας, αλλά του χαρίζω μια θέση στο παράθυρο.
Έγραψα χθες για τη μοναξιά μου — σήμερα βλέπω πως δεν είναι έλλειψη ανθρώπου αλλά έλλειψη φλέβας που χτυπάει.
Η φλέβα της επιθυμίας.Καθόμουν με το τετράδιό μου και το ίδιο μου το χέρι χωρίς να μπορώ να τα ξεχωρίσω. Όταν γράφω, είμαι και συγγραφέας και θέμα. Γράφω για να γίνω.
Και σκέφτομαι: αν δεν επιτρέψω στον έρωτα να βγει έξω από τις λέξεις μου, τότε ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε μένα και σε έναν τοίχο που σκουριάζει;
Είδα στο δρόμο ένα κορίτσι με κόκκινα παπούτσια, έτρεχε για κάτι — για ζωή, για κάποια λέξη που δεν έγραψε — κι ένιωσα τη ζήλεια του αόρατου.
Θέλω να γράψω χωρίς να εξηγώ. Να αφήνω τις φράσεις να αιμορραγούν, να στέκονται μόνες τους.
Έτσι το τετράδιό μου δεν είναι σελίδα — είναι βολβός που περιμένει να εκραγεί.
Γράμμα της Αναΐς προς την Τζούν (Φεβρουάριος 1932, Παρίσι).
«Τζουν... Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν θα σε ξαναδώ να έρχεσαι προς το μέρος μου, ξεπροβάλλοντας από τα σκοτάδια του κήπου. Περιμένω μερικές φορές στο σημείο όπου συνηθίζαμε να συναντιόμαστε, προσδοκώντας να σε δω ξανά να περπατάς προς το μέρος μου, ξεμακραίνοντας από το πλήθος εσύ, τόσο ξεχωριστή και μοναδική. Όταν έφυγες, το σπίτι άρχισε να με πνίγει. Ήθελα να βρεθώ μόνη μου με την εικόνα σου... Νοίκιασα λοιπόν ένα στούντιο στο Παρίσι, ένα μικρό, ετοιμόρροπο διαμερισματάκι και καταφεύγω εκεί τουλάχιστον λίγες ώρες την ημέρα. Ποια είναι όμως αυτή η "άλλη" ζωή που θέλω να ζήσω χωρίς εσένα; Μερικές φορές πρέπει να φαντασθώ ότι είσαι παρούσα, Τζουν. Νιώθω σαν να θέλω να γίνω εσύ. Ποτέ άλλοτε δεν θέλησα να γίνω κανένας άλλος εκτός από τον εαυτό μου. Τώρα θέλω να λιώσω μέσα σου, να έρθω τόσο απίστευτα κοντά σου που ο εαυτός μου να εξαφανισθεί...»
Γράμμα του Χένρι Μίλλερ στην Αναΐς 14 Αυγούστου, 1932 Αναΐς:
Μην περιμένεις από μένα πια να είμαι λογικός. Ας μην είμαστε πια λογικοί. Ήταν ένας γάμος στο Λουβεσιέν – δεν μπορείς αυτό να το αμφισβητήσεις. Έφυγα έχοντας κολλημένα πάνω μου διάφορα κομμάτια από σένα. Περπατώ εδώ κι εκεί, κολυμπώντας μέσα σε ένα ωκεανό αίματος, του δικού σου ανδαλουσιανού αίματος που είναι διυλισμένο και δηλητηριώδες. Ότι κάνω και λέω και σκέφτομαι, έχει σχέση με εκείνο το γάμο. Σε είδα ως αφέντρα του σπιτιού σου, μια Μαυριτανή με πρόσωπο βαρύ, μια νέγρα με λευκό κορμί, με μάτια σ” όλη σου την επιδερμίδα, γυναίκα, γυναίκα, γυναίκα. Δεν ξέρω τώρα πως μπορώ να συνεχίσω να ζω μακριά από σένα – αυτό το μεσοδιαστήμα είναι θάνατος. Πως σου φάνηκε που επέστρεψε ο Χιούγκο; Ήμουν ακόμα εκεί; Δεν μπορώ να σε φανταστώ να είσαι μαζί του όπως ήσουν με μένα. Με τα πόδια κλειστά. Με ευπάθεια. Με γλυκιά προδοτική υποχωρητικότητα. Με ευπείθεια και υπακοή. Έγινες γυναίκα με μένα. Τρομοκρατήθηκα από αυτό. Δεν είσαι μόνο τριάντα ετών – είσαι αιώνια. Έχω επιστρέψει πίσω αλλά εξακολουθώ να νοιώθω το πάθος να με σιγοκαίει. Όχι πλέον το πάθος για τη σάρκα, αλλά μία ολοκληρωτική πείνα για σένα, μια πείνα για να σε καταβροχθίσω. Διάβασα στην εφημερίδα για αυτοκτονίες και φόνους και τα καταλαβαίνω απόλυτα. Νιώθω αυτοκτονικός, δολοφονικός. Αισθάνομαι κατά κάποιο τρόπο πως είναι ντροπή να μένω άπραγος, να περιμένω απλά για να έχουμε λίγο χρόνο, να το φιλοσοφήσω ή να είμαι λογικός. Που πήγαν εκείνοι οι καιροί όπου οι άνδρες μαχόντουσαν, σκότωναν, πέθαιναν για ένα γάντι ή για μια ματιά; Ακόμα σ” ακούω να τραγουδάς στην κουζίνα – αυτό τον δίχως αρμονία, μονότονο Κουβανέζικο θρήνο. Ξέρω πως είσαι ευτυχισμένη και πως το γεύμα που μαγειρεύεις είναι το καλύτερο γεύμα που έχουμε φάει μαζί. Αισθάνομαι τη μεγαλύτερη γαλήνη και ευτυχία όταν κάθομαι στην τραπεζαρία και σε ακούω να μιλάς για το φόρεμά σου. Αναΐς, νόμιζα πως πριν απλά σ” αγαπούσα, όμως σίγουρα δεν είναι σαν αυτό που νοιώθω αυτή τη στιγμή μέσα μου. Όλο αυτό ήταν τόσο υπέροχο επειδή ήταν σύντομο και κλεμμένο; Προσποιηθήκαμε ο ένας στον άλλο; Ήμουν λιγότερο εγώ, ή περισσότερο εγώ και εσύ ήσουν λιγότερο ή περισσότερο εσύ; Είναι τρέλα που πιστεύω πως αυτό μπορεί να συνεχιστεί; Που και πότε θα αρχίσουν οι στιγμές να γίνονται μονότονες; Σε μελετώ τόσο πολύ για να ανακαλύψω τις πιθανές σου αδυναμίες, τις ατέλειες, τις ζώνες κινδύνου. Δεν μπορώ να βρω ούτε μία. Αυτό σημαίνει πως είμαι ερωτευμένος, τυφλός, τυφλός. Τυφλός για πάντα! Σε φαντάζομαι να παίζεις τους δίσκους ξανά και ξανά – τους δίσκους του Χιούγκο. «Parlez moi d amour.» Η διπλή ζωή, το διπλό γούστο, η διπλή χαρά και μιζέρια. Πόσο πρέπει να σ” έχουν χαρακώσει. Τα γνωρίζω όλα αυτά, όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να τα αποτρέψω. Μακάρι να ήμουν εγώ αυτός που θα έπρεπε να τα υποστεί. Ξέρω τώρα πως τα μάτια σου είναι ορθάνοιχτα. Για πράγματα που δεν θα πιστέψεις ξανά, για χειρονομίες που ποτέ δεν θα επαναλάβεις, για ορισμένες λύπες και αμφιβολίες που δεν θα γευθείς. Μια λευκή θανατηφόρα φλόγα στην τρυφερότητα και στη σκληρότητά σου. Δίχως τύψεις, δίχως εκδίκηση, δίχως λύπη, δίχως ενοχή. Μια ζωή, που δεν θα υπάρχει τίποτα να σε σώσει από την άβυσσο, παρά μόνο μια ελπίδα, μια πίστη, μια χαρά που έχεις ήδη γευθεί, ώστε να μπορείς να την επαναλάβεις όταν επιθυμείς. Όλο το πρωινό ανακάτευα τις σημειώσεις μου, αναζητώντας τα αρχεία της ζωής μου και αναρωτιόμουν από που να ξεκινήσω, πως να κάνω μια αρχή, βλέποντας όχι μόνο ένα άλλο βιβλίο πριν από μένα, αλλά μια ζωή από βιβλία. Αλλά δεν ξεκινώ. Οι τοίχοι είναι εντελώς γυμνοί – κατέβασα τα πάντα πριν σε συναντήσω. Μοιάζουν όλα σαν να τα είχα προετοιμάσει για να φύγω για πάντα. Τα φώτα στους τοίχους προβάλουν εκεί όπου ξεκουράζαμε τα κεφάλια μας. Όσο βροντά και αστράφτει, ξαπλώνω στο κρεβάτι και κάνω ένα τρελό όνειρο. Βρισκόμαστε στη Σεβίλλη και μετά στη Φεζ και μετά στο Κάπρι και ύστερα στην Αβάνα. Ταξιδεύουμε συνεχώς, όμως υπάρχουν πάντα μαζί μας βιβλία και μια γραφομηχανή και το σώμα σου βρίσκεται πάντα κοντά στο δικό μου και το βλέμμα των ματιών σου ποτέ δεν αλλάζει. Οι άνθρωποι λένε πως θα είμαστε δυστυχισμένοι, πως θα μετανιώσουμε. Όμως είμαστε ευτυχισμένοι, πάντα γελάμε και λέμε τραγούδια. Μιλάμε Ισπανικά και Γαλλικά και Αραβικά και Τουρκικά. Μας δέχονται παντού και στρώνουν στο διάβα μας λουλούδια. Λέω πως αυτό είναι ένα άγριο όνειρο – αλλά είναι ένα όνειρο που θέλω να βιώσω. Ζωή και λογοτεχνία να συνδυάζονται κι εσύ με τη χαμαιλεόντια ψυχή σου να μου δίνεις χιλιάδες αγάπες, που θα βρίσκουν καταφύγιο σε οποιαδήποτε καταιγίδα μας τύχει. www.ithaque.gr Τα πρωινά θα συνεχίζουμε από εκεί που σταματήσαμε. Ανάσταση μετά την ανάσταση. Θέλεις μια γεμάτη, πολυποίκιλη ζωή και όσο περισσότερο τη διεκδικείς, τόσο περισσότερο με ποθείς και με χρειάζεσαι. Η φωνή σου βραχνιάζει, γίνεται πιο βαθιά, τα μάτια σου πιο μαύρα, το αίμα πιο πυκνό, το κορμί γεμίζει αισθησιακή δουλικότητα και τυραννική ανάγκη. Πιο βίαιη τώρα απ” ότι πριν, συνειδητά σκληρή. Η ακόρεστη απόλαυση της εμπειρίας.
Λος Άντζελες, Σεπτέμβριος 1976 Η Αναΐς Νιν γράφει για τα ημερολόγια της:
"Από εκείνη την εποχή, όταν όλοι μας γράφαμε ερωτικά κομμάτια για ένα δολάριο τη σελίδα, κατάλαβα ότι αιώνες τώρα είχαμε ένα και μόνο μοντέλο για αυτό το είδος λογοτεχνίας: το αντρικό γράψιμο. Είχα ήδη συνειδητοποιήσει τη διαφορά ανάμεσα στην αντρική και τη γυναικεία συμπεριφορά της σεξουαλικής πείρας. Ήξερα ότι υπήρχε μια απέραντη διαφορά ανάμεσα στη σαφήνεια του Χένρι Μίλερ και στα δικά μου διφορούμενα: ανάμεσα στη δική του χιουμοριστική, γεμάτη οίστρο ακολασίας άποψη για το σεξ και στις δικές μου ποιητικές περιγραφές ερωτικών δεσμών στα αδημοσίευτα κομμάτια του "Ημερολογίου". [...] Οι γυναίκες, σκεφτόμουν, είναι περισσότερο ικανές να ενώνουν το σεξ με το συναίσθημα, με τον έρωτα, και να ανήκουν μάλλον σε ένα μόνο άντρα παρά να είναι ασύδοτες. Αυτό το κατάλαβα καλύτερα όταν έγραφα τα μυθιστορήματα και το "Ημερολόγιο" και το είδα ακόμα πιο καθαρά όταν άρχισα να διδάσκω. Όσο κι αν η στάση όμως της γυναίκας απέναντι στο σεξ είναι διαφορετική από του άντρα, δεν είχαμε μάθει ακόμα πώς να την περιγράφουμε. Εδώ, στα "Ερωτικά" έγραψα για ψυχαγωγία κάτω από την πίεση ενός πελάτη (σ.σ. του συλλέκτη-εντολοδόχου τους), που μου ζητούσε "να παρατήσω την ποίηση". Πίστευα ότι το ύφος μου προερχόταν από διαβάσματα έργων των αντρών. Γι' αυτό το λόγο, από καιρό νόμιζα ότι συμβιβάστηκα με το γυναικείο μου εαυτό. Έβαλα τα "Ερωτικά" στην άκρη. Διαβάζοντάς τα ξανά πολλά χρόνια αργότερα, βλέπω ότι η προσωπική μου φωνή δεν είχε απόλυτα καταπιεστεί. Σε πολλά μέρη χρησιμοποιούσα ενστικτωδώς γυναικεία γλώσσα, βλέποντας τη σεξουαλική εμπειρία από γυναικεία άποψη. Τελικά αποφάσισα να επιτρέψω τη δημοσίευση των "Ερωτικών" μια και δείχνουν τις αρχικές προσπάθειες μιας γυναίκας σε έναν κόσμο ο οποίος είναι ιδιοκτησία των αντρών. Αν εκδοθεί ποτέ το "Ημερολόγιο" χωρίς περικοπές, αυτή η γυναικεία άποψη θα καθιερωθεί ακόμα πιο καθαρά. Θα δείξει ότι οι γυναίκες (και εγώ, στο "Ημερολόγιο"), δεν ξεχωρίζουμε ποτέ το σεξ από το αίσθημα, από τον έρωτα για ολόκληρο τον άντρα".
Δείτε το τρέιλερ της ταινίας Henry and June με κεντρικό στόρι αυτό το ερωτικό τρίγωνο:
Αναΐς Νιν: αποσπάσματα από το πρώιμο ημερολόγιό της. Μετάφραση: Ελένη Βελέντζα
1926
19 Σεπτεμβρίου. Χθες ήταν μια μέρα ιερή. Ο Χιου[1] κι εγώ περάσαμε το βράδυ μαζί κουβεντιάζοντας, εγώ ξαπλωμένη πάνω σε μια μαξιλάρα, στο πάτωμα, έχοντας το κεφάλι μου ακουμπισμένο στα πόδια του, και, για μια πρώτη φορά, κατάλαβα τη μεγάλη σοφία της Αγάπης μου. Εκείνος ήταν που πρώτος με αφύπνισε από τη φαντασιακή μου ζωή και μ’ έφερε στον πραγματικό κόσμο. Μ’ έκανε ανθρώπινη — αλλά γιατί; Για να μπορέσω ίσως να γίνω μια ισχυρότερη κι αληθινότερη μυστικός. Και τώρα, υπό την καθοδήγησή του, πρόκειται αυτά τα δυο στοιχεία να τα ενώσω, να κατακτήσω το ένα μέσω του άλλου, αντί να τα κρατάω χωρισμένα. Η δοκιμασία μου έλαβε τέλος. Κατανοώ. Είμαστε επιτέλους απόλυτα πνευματικά ενωμένοι λόγω ακριβώς αυτής της κατανόησης.
Ο πνευματώδης, βαθυστόχαστος Χιου μου, μ’ όλες του τις μυστηριώδεις, κρύφιες επιθυμίες, εξήγησε και δικαιολόγησε τη σκληρότητά του, κι αυτό που εγώ συνήθιζα ν’ αποκαλώ: τη βαναυσότητά του. Τώρα γνωρίζω πως όλα αυτά ήταν μέρος της προσπάθειάς του να μου αποκαλύψει τον κόσμο των πραγμάτων. Έχουμε ένα μυστικό οι δυο μας. Τώρα πια όμως, όταν κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον, τα μάτια μας δεν ρωτούν, δεν ψάχνουν, δεν εκλιπαρούν. Μα καταφάσκουν. Καταφάσκουν σε μια γνώση συνειδητή, μια γνώση που κάνει τη ζωή μας εκπληκτικά όμορφη.
21 Σεπτεμβρίου. Μέρες αποκαλόκαιρου. Προσπάθεια να ανακτήσω τις σωματικές μου δυνάμεις, δεν γράφω καθόλου, μα πιο πολύ ονειροπολώ· ανυπόφορες εναλλαγές της διάθεσης που με κάνουν να παίρνω τους δρόμους, μοναξιά. Φόβος για τον Υψηλό Τόπο, εκεί όπου πάντα βρίσκομαι μόνη με τις ιδέες μου· μόνη, με το μίσος μου για το Παρίσι.
Κι οι δυο μας συνεπαρμένοι από το πάθος μας για τις ταινίες. Ξεκινήσαμε βλέποντας τον Μαύρο Πειρατή,[2] που μας οδήγησε ν’ αναζητήσουμε νέα θαύματα, καταλήξαμε όμως ν’ αηδιάσουμε, αφού είδαμε το Bossu,[3] το L’ Abbé Constantin[4] και το La Neuvaine[5] σε μια διαστρεβλωμένη μεταφορά του βιβλίου [της Κολέτ].
Εχθές πήγαμε στον ράφτη να παραγγείλουμε ένα καινούργιο κοστούμι για τον Γάτο.[6] Ένιωθα ευτυχισμένη μετά τη βραδιά που είχαμε περάσει κουβεντιάζοντας, ευτυχισμένη, μα και νευρική. Τι μου συμβαίνει; Γιατί αυτός ο πόνος της επιθυμίας όταν έριξα το βλέμμα μου στα κοστούμια με τις ανθοστόλιστες κουάφ, στ’ ανατολίτικα πέπλα και στα ρώσικα φορέματα. Πιστεύω ότι πρόκειται γι’ αυτή την πάλη ανάμεσα στη φαντασία μου και τους περιορισμούς που μου επιβάλλει η φύση μου. Αναρωτήθηκα πολύ γι’ αυτό, κι έπειτα σταμάτησα ν’ αναρωτιέμαι για να σκεφτώ τον Γάτο μου που στεκόταν μπροστά μου, ενώ του έπαιρναν μέτρα για το πράσινο κοστούμι του, κι ήθελε τη γνώμη μου. Μου φαίνεται πως η ζωή μου δεν χρησιμεύει σε τίποτα, αλλά δεν μου ανήκει — είναι δική του. Κι επειδή ακριβώς είναι δική του, μου είναι πιο εύκολο να δουλέψω πάνω σ’ αυτή, προσπαθώντας να φτιάξω κάτι μέσα και πέρα απ’ όλα αυτά.
23 Νοεμβρίου. Γίνομαι ολοένα και πιο απρόσιτη, ακοινώνητη. Αυτό που θέλω περισσότερο απ’ οτιδήποτε τώρα είναι η τέχνη κι η μοναξιά. Η ευαισθησία μου μου κάνει πιο πολύ κακό απ’ ό,τι καλό. Βάζω τα κλάματα σε κονσέρτα, βάζω τα κλάματα εν τω μέσω συζητήσεων, όταν διαισθάνομαι τη ματαιότητα και την αδικία των πάντων· τελικά, μία κατάσταση ενεργούς εξέγερσης φαντάζει ευγενέστερη απ’ αυτή την υπερχειλή πίκρα, απ’ αυτό το θρηνητικό ξέσπασμα, απ’ αυτή την αίσθηση αποκαρδίωσης ενώπιον του κόσμου των πραγμάτων. Το να γίνεται κανείς πιο σκληρός είναι —το δίχως άλλο— επίπονο, κι εγώ επιδιώκω να σκληρύνω, χωρίς όμως και ποτέ ν’ απωλέσω τη δυνατότητα του ελέους, καθώς και την τρυφερότητά μου για τους ανθρώπους.
Δεν προλαβαίνω καλά-καλά ν’ αποφύγω μια πρόσκληση σ’ απογευματινό τσάι, κι αισθάνομαι απειλούμενη από μια άλλη για χορό, κι όταν τα καταφέρω να συρθώ μακριά κι απ’ αυτή, εγκλωβίζομαι σ’ ένα κονσέρτο — του Αντόνιο, που μοιάζει να ’ναι περισσότερο μια κοινωνική, παρά μια μουσική συνθήκη. Στο μεταξύ, δεν μπορώ να χορέψω, γιατί ο προϋπολογισμός μας δεν το επιτρέπει. Δεν μπορώ να γράψω εξαιτίας του ότι το Παρίσι με καταθλίβει. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βοηθώ τον Χοακίν[7] με τα προβλήματά του και τον Ρίτσαρντ και τους άλλους και να κρατώ τον Γάτο μου ευτυχισμένο.
Το διάβασμα κι η μουσική είναι σαν να υπογραμμίζουν, να εντείνουν τη νευρικότητά μου καθώς κι αυτό το αίσθημα της αποτυχίας που με κατατρύχει. Ο Σεγκόβια,[8] πριν μερικά βράδια, χάραξε αυτή τη φράση στο μυαλό μου με την κιθάρα του: Δεν είσαι καλλιτέχνης — ποτέ δεν θα δημιουργήσεις. Τότε λοιπόν, τι βασανίζεσαι; Γιατί δεν ζεις απλά, όπως το κάνουν κι όλοι οι άλλοι; Και γιατί αγωνίζεσαι με πάθος ν’ αποκόψεις τον εαυτό σου απ’ αυτή την ασήμαντη ζωή όταν δεν έχεις κανένα δικαίωμα να εισέλθεις στην άλλη;
Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε γιατί ετούτη η βαθιά πεποίθηση για την αλήθεια της τέχνης, γιατί αυτό το αίσθημα για το χρώμα, τη σκηνή, το κοστούμι, την έκφραση, τη χειρονομία, τον πηλό, τους ρυθμούς, τη μουσική, την κίνηση, τις λέξεις, τα όνειρα; Γιατί αυτή η αναστάτωση κάποιες στιγμές, τις στιγμές της θεσπέσιας πίστης στον εαυτό μου, γιατί όλες αυτές οι κρυφές μου προσδοκίες, κι αυτή η ανταπόκρισή μου στη ζωή, γιατί αυτή η θέαση μέσα στους χαρακτήρες των άλλων, η δύναμη τούτης της άοκνης φαντασίας που μέρα-νύχτα δουλεύει ακατάπαυστα εντός μου, γιατί αυτή η τάση αποκόλλησης από τις συνήθεις επιθυμίες, τους συνήθεις φίλους, τη συνηθισμένη ζωή, εάν εγώ δεν είμαι καλλιτέχνης;
* * *
1926
19 Σεπτεμβρίου. Χθες ήταν μια μέρα ιερή. Ο Χιου[1] κι εγώ περάσαμε το βράδυ μαζί κουβεντιάζοντας, εγώ ξαπλωμένη πάνω σε μια μαξιλάρα, στο πάτωμα, έχοντας το κεφάλι μου ακουμπισμένο στα πόδια του, και, για μια πρώτη φορά, κατάλαβα τη μεγάλη σοφία της Αγάπης μου. Εκείνος ήταν που πρώτος με αφύπνισε από τη φαντασιακή μου ζωή και μ’ έφερε στον πραγματικό κόσμο. Μ’ έκανε ανθρώπινη — αλλά γιατί; Για να μπορέσω ίσως να γίνω μια ισχυρότερη κι αληθινότερη μυστικός. Και τώρα, υπό την καθοδήγησή του, πρόκειται αυτά τα δυο στοιχεία να τα ενώσω, να κατακτήσω το ένα μέσω του άλλου, αντί να τα κρατάω χωρισμένα. Η δοκιμασία μου έλαβε τέλος. Κατανοώ. Είμαστε επιτέλους απόλυτα πνευματικά ενωμένοι λόγω ακριβώς αυτής της κατανόησης.
Ο πνευματώδης, βαθυστόχαστος Χιου μου, μ’ όλες του τις μυστηριώδεις, κρύφιες επιθυμίες, εξήγησε και δικαιολόγησε τη σκληρότητά του, κι αυτό που εγώ συνήθιζα ν’ αποκαλώ: τη βαναυσότητά του. Τώρα γνωρίζω πως όλα αυτά ήταν μέρος της προσπάθειάς του να μου αποκαλύψει τον κόσμο των πραγμάτων. Έχουμε ένα μυστικό οι δυο μας. Τώρα πια όμως, όταν κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον, τα μάτια μας δεν ρωτούν, δεν ψάχνουν, δεν εκλιπαρούν. Μα καταφάσκουν. Καταφάσκουν σε μια γνώση συνειδητή, μια γνώση που κάνει τη ζωή μας εκπληκτικά όμορφη.
21 Σεπτεμβρίου. Μέρες αποκαλόκαιρου. Προσπάθεια να ανακτήσω τις σωματικές μου δυνάμεις, δεν γράφω καθόλου, μα πιο πολύ ονειροπολώ· ανυπόφορες εναλλαγές της διάθεσης που με κάνουν να παίρνω τους δρόμους, μοναξιά. Φόβος για τον Υψηλό Τόπο, εκεί όπου πάντα βρίσκομαι μόνη με τις ιδέες μου· μόνη, με το μίσος μου για το Παρίσι.
Κι οι δυο μας συνεπαρμένοι από το πάθος μας για τις ταινίες. Ξεκινήσαμε βλέποντας τον Μαύρο Πειρατή,[2] που μας οδήγησε ν’ αναζητήσουμε νέα θαύματα, καταλήξαμε όμως ν’ αηδιάσουμε, αφού είδαμε το Bossu,[3] το L’ Abbé Constantin[4] και το La Neuvaine[5] σε μια διαστρεβλωμένη μεταφορά του βιβλίου [της Κολέτ].
Εχθές πήγαμε στον ράφτη να παραγγείλουμε ένα καινούργιο κοστούμι για τον Γάτο.[6] Ένιωθα ευτυχισμένη μετά τη βραδιά που είχαμε περάσει κουβεντιάζοντας, ευτυχισμένη, μα και νευρική. Τι μου συμβαίνει; Γιατί αυτός ο πόνος της επιθυμίας όταν έριξα το βλέμμα μου στα κοστούμια με τις ανθοστόλιστες κουάφ, στ’ ανατολίτικα πέπλα και στα ρώσικα φορέματα. Πιστεύω ότι πρόκειται γι’ αυτή την πάλη ανάμεσα στη φαντασία μου και τους περιορισμούς που μου επιβάλλει η φύση μου. Αναρωτήθηκα πολύ γι’ αυτό, κι έπειτα σταμάτησα ν’ αναρωτιέμαι για να σκεφτώ τον Γάτο μου που στεκόταν μπροστά μου, ενώ του έπαιρναν μέτρα για το πράσινο κοστούμι του, κι ήθελε τη γνώμη μου. Μου φαίνεται πως η ζωή μου δεν χρησιμεύει σε τίποτα, αλλά δεν μου ανήκει — είναι δική του. Κι επειδή ακριβώς είναι δική του, μου είναι πιο εύκολο να δουλέψω πάνω σ’ αυτή, προσπαθώντας να φτιάξω κάτι μέσα και πέρα απ’ όλα αυτά.
23 Νοεμβρίου. Γίνομαι ολοένα και πιο απρόσιτη, ακοινώνητη. Αυτό που θέλω περισσότερο απ’ οτιδήποτε τώρα είναι η τέχνη κι η μοναξιά. Η ευαισθησία μου μου κάνει πιο πολύ κακό απ’ ό,τι καλό. Βάζω τα κλάματα σε κονσέρτα, βάζω τα κλάματα εν τω μέσω συζητήσεων, όταν διαισθάνομαι τη ματαιότητα και την αδικία των πάντων· τελικά, μία κατάσταση ενεργούς εξέγερσης φαντάζει ευγενέστερη απ’ αυτή την υπερχειλή πίκρα, απ’ αυτό το θρηνητικό ξέσπασμα, απ’ αυτή την αίσθηση αποκαρδίωσης ενώπιον του κόσμου των πραγμάτων. Το να γίνεται κανείς πιο σκληρός είναι —το δίχως άλλο— επίπονο, κι εγώ επιδιώκω να σκληρύνω, χωρίς όμως και ποτέ ν’ απωλέσω τη δυνατότητα του ελέους, καθώς και την τρυφερότητά μου για τους ανθρώπους.
Δεν προλαβαίνω καλά-καλά ν’ αποφύγω μια πρόσκληση σ’ απογευματινό τσάι, κι αισθάνομαι απειλούμενη από μια άλλη για χορό, κι όταν τα καταφέρω να συρθώ μακριά κι απ’ αυτή, εγκλωβίζομαι σ’ ένα κονσέρτο — του Αντόνιο, που μοιάζει να ’ναι περισσότερο μια κοινωνική, παρά μια μουσική συνθήκη. Στο μεταξύ, δεν μπορώ να χορέψω, γιατί ο προϋπολογισμός μας δεν το επιτρέπει. Δεν μπορώ να γράψω εξαιτίας του ότι το Παρίσι με καταθλίβει. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βοηθώ τον Χοακίν[7] με τα προβλήματά του και τον Ρίτσαρντ και τους άλλους και να κρατώ τον Γάτο μου ευτυχισμένο.
Το διάβασμα κι η μουσική είναι σαν να υπογραμμίζουν, να εντείνουν τη νευρικότητά μου καθώς κι αυτό το αίσθημα της αποτυχίας που με κατατρύχει. Ο Σεγκόβια,[8] πριν μερικά βράδια, χάραξε αυτή τη φράση στο μυαλό μου με την κιθάρα του: Δεν είσαι καλλιτέχνης — ποτέ δεν θα δημιουργήσεις. Τότε λοιπόν, τι βασανίζεσαι; Γιατί δεν ζεις απλά, όπως το κάνουν κι όλοι οι άλλοι; Και γιατί αγωνίζεσαι με πάθος ν’ αποκόψεις τον εαυτό σου απ’ αυτή την ασήμαντη ζωή όταν δεν έχεις κανένα δικαίωμα να εισέλθεις στην άλλη;
Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε γιατί ετούτη η βαθιά πεποίθηση για την αλήθεια της τέχνης, γιατί αυτό το αίσθημα για το χρώμα, τη σκηνή, το κοστούμι, την έκφραση, τη χειρονομία, τον πηλό, τους ρυθμούς, τη μουσική, την κίνηση, τις λέξεις, τα όνειρα; Γιατί αυτή η αναστάτωση κάποιες στιγμές, τις στιγμές της θεσπέσιας πίστης στον εαυτό μου, γιατί όλες αυτές οι κρυφές μου προσδοκίες, κι αυτή η ανταπόκρισή μου στη ζωή, γιατί αυτή η θέαση μέσα στους χαρακτήρες των άλλων, η δύναμη τούτης της άοκνης φαντασίας που μέρα-νύχτα δουλεύει ακατάπαυστα εντός μου, γιατί αυτή η τάση αποκόλλησης από τις συνήθεις επιθυμίες, τους συνήθεις φίλους, τη συνηθισμένη ζωή, εάν εγώ δεν είμαι καλλιτέχνης;
* * *
Η Αναΐς Νιν (1903-1977): συγγραφέας ισπανικής, κουβανικής, γαλλικής και δανέζικης καταγωγής, γεννήθηκε στο Παρίσι. Πατέρας της ήταν ο Κουβανός συνθέτης και πιανίστας Joaquin Nin, γαλλικής καταγωγής, και μητέρα της η Κουβανή τραγουδίστρια Rosa Culmell, με μικτή γαλλική και δανέζικη καταγωγή. Μετά τον χωρισμό των γονιών της, η Αναΐς θα ακολουθήσει τη μητέρα και τα δύο αδέλφια της στη Βαρκελώνη και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη, όπου θα μάθει άπταιστα αγγλικά, διατηρώντας τα γαλλικά της, αλλά λησμονώντας πλήρως τα ισπανικά. Παρά την πλειάδα των έργων της, η Νιν έγινε κυρίως γνωστή το 1966 όταν εκδόθηκε ο πρώτος τόμος των Ημερολογίων της (1931-1934), που βρήκε μεγάλη απήχηση στο κοινό. Ακολούθησαν άλλοι τρεις (1934-1947) — συνολικά έξι τόμοι ημερολογίων. Η ανταπόκριση που συνάντησε η τολμηρή και ειλικρινής γραφή της, την ενθάρρυνε να επιτρέψει, τη δεκαετία του ’70, τη δημοσίευση των ερωτικών της κειμένων τα οποία είχε γράψει επ’ αμοιβή τη δεκαετία του ’40, για λογαριασμό ενός συλλέκτη, μαζί με τους Χένρι Μίλερ, Τζορτζ Μπάρκερ, Ρόμπερτ Ντάνκαν και άλλους φίλους τους, που σήμερα θεωρούνται κλασικά στο είδος τους (ιδίως οι συλλογές διηγημάτων Το τρίγωνο της Αφροδίτης και Μικρά πουλιά). Πέθανε στο Λος Άντζελες, το 1977, μετά από μάχη με τον καρκίνο, έχοντας ανακηρυχθεί επίτιμη διδάκτορας του Philadelphia College of Art, το 1973, και εκλεγμένο μέλος του United States National Institute of Arts and Letters, το 1974.
Αποσπάσματα
Πόσο πιεστικό είναι το πέπλο μου, το πέπλο που ο Χένρι παλεύει να κάνει κομμάτια, το πέπλο που είναι ο φόβος μου για την πραγματικότητα. Περπατάμε προς το δωμάτιό του, και δεν νιώθω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου, νιώθω μονάχα το κορμί του να πιέζει το δικό μου. «Κοίτα, είναι σκισμένο το χαλί στα σκαλοπάτια», μου λέει. Αλλά εγώ δεν βλέπω τίποτα, δεν νιώθω τίποτα, παρά μόνο την ανάβαση. Το σημείωμά μου είναι στα χέρια του. «Διάβασέ το», του λέω στο κεφαλόσκαλο. «Διάβασέ το, κι έπειτα θα φύγω». Δεν φεύγω, όμως. Τον ακολουθώ.
Στο δωμάτιό του, δεν βλέπω τίποτα. Με παίρνει στην αγκαλιά του, και το κορμί μου λιώνει. Η τρυφερότητα των χεριών του, η απροσδόκητη διείσδυση, μέχρι το μεδούλι μου, αλλά χωρίς βιαιότητα. Τι αλλόκοτη, τι ευγενική και τρυφερή δύναμη!
Κι εκείνος φωνάζει, «είναι όλα τόσο εξωπραγματικά, τόσο ωραία, τόσο γρήγορα».
[……….]
Πώς μου επέβαλε την αλήθεια του; Ήμουν έτοιμη ν’ αποδράσω απ’ την φυλακή των φαντασιώσεών μου, κι εκείνος με παίρνει στο δωμάτιό του, κι εκεί ζούμε πάλι ένα όνειρο, και όχι μια πραγματικότητα. Με βάζει εκεί που θέλει να με βάλει. Παραζάλη. Λατρεία. Όνειρο. Κι όλα τ΄ άλλα, κάθε τι στη ζωή του να εξαλείφεται, να χάνεται. Μια καινούργια ψυχή εμφανίζεται στην ώρα της. Είναι το ποτό που σε κοιμίζει, όπως στα παραμύθια. Είμαι ξαπλωμένη και η μήτρα μου φλέγεται, κι εκείνος μόλις που το προσέχει.
[……….]
Θέλει να με ξαναδεί. Τον περιμένω στην πολυθρόνα, μέσα στο δωμάτιό του. Καθώς σκύβει και με γεμίζει φιλιά, είναι ξένος, είναι μακριά απ΄ όλες τις σκέψεις μου. Με κατακτάει έπειτα, με την πείρα του. Με κυριεύει και με το μυαλό του. Κι εγώ μένω σιωπηλή. Μου λέει ψιθυρίζοντας, τι πρέπει να κάνει το κορμί μου. Υπακούω και νιώθω καινούργια ένστικτα να με κατακλύζουν. Μ΄ έχει κάνει δική του. Τρελαίνομαι, καθώς είμαι πλαγιασμένη στο σιδερένιο κρεβάτι του, με τα μαύρα εσώρουχά μου νικημένα και ποδοπατημένα. Και την ερμητική μου μυστικότητα τσακισμένη για μια στιγμή, από έναν άντρα που αποκαλεί τον εαυτό του «τελευταίο άντρα της γης».
[……….]
Διαφεύγει. Θάλλει. Ακτινοβολεί, η χαρά μου. Δεν μπορώ να την κρύψω. Είμαι γυναίκα. Μ΄ έχει υποτάξει ένας άντρας. Ω, η χαρά μιας γυναίκας που βρίσκει έναν άντρα να την υποτάξει, η χαρά της θηλυκότητάς της που παραδίνεται στα δυνατά του μπράτσα.
[……….]
Θέλω να είμαι εκεί που είσαι κι εσύ. Να πλαγιάζω πλάι σου όταν κοιμάσαι. Ω, Χένρι! Φίλησέ μου τις βλεφαρίδες, βάλε τα’ ακροδάχτυλά σου στα μάτια μου. Δάγκωσέ μου το αφτί. Τράβηξε προς τα πίσω τα μαλλιά μου. Έχω μάθει να σε ξεκουμπώνω τόσο γρήγορα. Να σε παίρνω στο στόμα μου, όλον! Ω, τα δάχτυλά σου, η κάψα σου, η τρέλα μας! Οι κραυγές του πόθου και της ηδονής μας. Μια κραυγή για κάθε χτύπημα του κορμιού σου πάνω στο δικό μου, μέσα στο δικό μου. Κάθε μας ένωση κι ένα κέντρισμα χαράς. Σαν να βρίσκομαι σε μια σπείρα. Αγγίζεις τον πυρήνα μου, Χένρι. Η μήτρα μου σε ρουφάει. Ανοίγει και κλείνει. Σε παίρνει μέσα της. Τα χείλη μας σπαρταράνε. Οι γλώσσες μας χτυπιούνται, μοιάζουν με φίδια, ελίσσονται. Ω, πώς λιώνουν όλα μέσα μου. Ω, πώς εκρήγνυνται τα αιμοσφαίριά μου, τα κύτταρά μου – όλα! Διαλύομαι. Νιώθω πως διαλύομαι!
Αναδημοσίευση από «silena26.blogspot.gr/2010/05/blog-post_29.html»
Το βιβλίο ΧΕΝΡΥ ΚΑΙ ΤΖΟΥΝ κυκλοφορεί σε
μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μεταίχμιο, 2011
Τα Ερωτικά
(απόσπασμα)
Αυτή η ιστορία συνέβη στη Βραζιλία εδώ και πολλά χρόνια, μακριά από τη πόλη, που ακόμα επικρατούσαν αυστηρές καθολικές συνήθειες. Τ' αγόρια των καλών οικογενειών πηγαίνανε σ' οικοτροφεία ιησουιτών που συνεχίζανε τις σκληρές συνήθειες του μεσαίωνα. Τ' αγόρια κοιμόνταν σε ξύλινα κρεβάτια, ξυπνούσανε τα χαράματα, παρακολουθούσανε τη λειτουργία χωρίς να φάνε πρωινό, εξομολογιώνταν καθημερινά και διαρκώς τα παρακολουθούσανε και τα κατασκοπεύανε. Η ατμόσφαιρα ήταν αυστηρή κι αβάσταχτη. Οι παπάδες τρώγανε μόνοι τους σχηματίζοντας μιαν αύρα αγιοσύνης τριγύρω τους. Η ομιλία κι οι χειρονομίες τους ήτανε στιλιζαρισμένες.
Ανάμεσά τους υπήρχεν ένας πολύ μελαχρινός ιησουίτης με κάμποσο ινδιάνικον αίμα μέσα του, είχε μέτωπο σάτυρου, μεγάλα αφτιά κολλημένα στο κεφάλι, διαπεραστικά μάτια, μισάνοιχτο στόμα απ' όπου τρέχανε σάλια συνεχώς, πυκνά μαλλιά και μυρωδιά ζώου. Κάτω από το μακρύ καφέ ράσο του, τ' αγόρια συχνά διακρίνανε φούσκωμα που οι μικρότεροι δε μπορούσαν να εξηγήσουνε κι οι μεγάλοι γελούσαν μ' αυτό, πίσω από τη πλάτη του. Αυτό το φούσκωμα πεταγόταν απρόσμενα, οιαδήποτε στιγμή -όταν διαβάζανε στη τάξη Δον Κιχώτη ή Ραμπελαί ή μερικές φορές, όταν παρακολουθούσεν απλά τ' αγόρια κι ιδιαίτερα ένα συγκεκριμένο αγόρι, το μόνο ανοιχτόμαλλο σ' ολάκερο το σχολείο, με μάτια και δέρμα κοριτσιού.
Του άρεσε να παίρνει αυτό το αγόρι κοντά του και να του δείχνει βιβλία από την ιδιωτική του συλλογή, που περιλάμβανε εικόνες αγγείων των Ίνκας, μ' αναπαραστάσεις αντρών να στέκουν όρθιοι ο ένας απέναντι στον άλλο. Το αγόρι ρωτούσε ένα σωρό πράματα κι ο γεροπαπάς του απαντούσε με υπεκφυγές. 'Αλλες φορές οι εικόνες ήταν εντελώς σαφείς: ένα μακρύ όργανο έβγαινε από τη μέση κάποιου άντρα και χωνόταν από πίσω σ' έναν άλλο.
Αυτός ο παπάς στην εξομολόγηση πίεζε τ' αγόρια μ' ερωτήσεις. Όσο πιο αθώα δείχνανε, τόσο πιο φοβερές ερωτήσεις τους έκανε από τα σκοτεινά του μικροσκοπικού εξομολογητηρίου. Τα γονατισμένα αγόρια δε μπορούσαν να δουν τον παπά να κάθεται στο
εσωτερικό του. Η χαμηλή φωνή του, έβγαινε από το καγκελόφραχτο παράθυρο ρωτώντας:
-"Είχες ποτέ ερωτικές φαντασιώσεις; Σκέφτεσαι τις γυναίκες; Έχεις ονειρευτεί ποτέ γυναίκα γυμνή; Τι κάνεις τη νύχτα στο κρεβάτι σου; Έχεις αγγίξει ποτέ το κορμί σου; Το έχεις χαϊδέψει ποτέ; Τι κάνεις το πρωί μόλις ξυπνήσεις; Είσαι σε στύση; Κοιτάζεις τ' άλλα αγόρια όταν ντύνονται ή στο μπάνιο;"
Όποιο αγόρι δεν είχεν ιδέα για όλα τούτα, μάθαινε γρήγορα τι περιμέναν από κείνο κι οι ερωτήσεις το κάνανε ξεφτέρι. Όποιο αγόρι είχε γνώσεις ηδονιζότανε καθώς εξομολογιόταν με λεπτομέρειες τις συγκινήσεις και τα όνειρά του. Κάποιο αγόρι ονειρευόταν κάθε νύχτα. Αγνοούσε πως έμοιαζε η γυναίκα, πως ήτανε φτιαγμένη, είχε δει όμως ινδιάνους να κάνουν έρωτα σε λάμα που μοιαζε λεπτεπίλεπτον ελάφι. Ονειρευότανε πως έκανε κι αυτό έρωτα σε λάμα και ξυπνούσε το πρωί μούσκεμα. Ο γεροπαπάς ενθάρρυνε τέτοιες εξομολογήσεις. 'Ακουγε μ' ατέλειωτην υπομονή. Επέβαλλε παράξενες τιμωρίες. Κάποιο αγόρι που αυνανιζότανε συνεχώς, το πρόσταζε να πηγαίνει μαζί του στο παρεκκλήσι όταν δεν υπήρχε ψυχή και να βυθίζει το πέος του στο αγίασμα, για να εξαγνιστεί. Αυτή η τελετή γινόταν μ' απόλυτη μυστικότητα τη νύχτα.
Υπήρχε κι ένα πολύ άγριο αγόρι που μοιαζε με μαυριτανό μικρό πρίγκηπα: σκούρο πρόσωπο, ευγενικά χαρακτηριστικά, βασιλική κορμοστασιά κι όμορφο κορμί, τόσον απαλό ώστε κανένα του κόκαλο δε διακρινόταν, αδύνατο κι αστραφτερό κορμί αγάλματος. Αυτό το αγόρι επαναστατούσε στη καθιερωμένη συνήθεια να φορά νυχτικό. Ήτανε συνηθισμένο να κοιμάται γυμνό και το νυχτικό το πνιγε, το στραγγάλιζε. Κάθε νύχτα λοιπόν το φορούσε όπως τ' άλλα αγόρια και μετά το βγαζε κρυφά κάτω από τις κουβέρτες και τελικά αποκοιμιότανε χωρίς αυτό.
Κάθε νύχτα ο γεροιησουίτης έκανε τον γύρο του, για να δει μήπως κανέν αγόρι πήγαινε στο κρεβάτι άλλου ή αυνανιζόταν ή μιλούσε στα σκοτεινά στον γείτονά του. Όταν πλησιάζε το κρεβάτι του απείθαρχου, ανασήκωνε σιγά και προσεκτικά τα σκεπάσματα και κοιτούσε το γυμνό κορμί του. Αν το αγόρι ξυπνούσε το μάλωνε:
-"Ήρθα να δω αν κοιμάσαι πάλι χωρίς νυχτικό". Αν κοιμόταν όμως, ικανοποιόταν αργοπορώντας τη ματιά στο νεανικό, παρμένο από τον ύπνο, κορμί.
Κάποτε στο μάθημα της ανατομίας, ενώ στεκόταν όρθιος στην έδρα και το σαν κορίτσι, ξανθό αγόρι πλάι του. είδανε καθαρά το φούσκωμα κάτω από το ράσο του, όλοι.
-"Πόσα κόκαλα έχει το ανθρώπινο σώμα;" ρώτησε κείνος το ξανθό αγόρι.
-"Διακόσια οχτώ", απάντησεν ήρεμα το ξανθό αγόρι.
-"Ο πατήρ Ντόμπο όμως έχει διακόσια εννιά!" ακούστηκε η φωνή ενός άλλου αγοριού από το πίσω μέρος της αίθουσας.
Λίγο μετά τούτο το περιστατικό, τ' αγόρια πήγαν εκδρομή για το μάθημα της βοτανικής. Τα δέκα χάσανε τον δρόμο τους. Μαζί και το ντελικάτο ξανθό αγόρι. Βρεθήκανε μόνα τους σ' ένα δάσος, μακριά από τους δασκάλους και τα υπόλοιπα παιδιά. Καθίσανε να ξεκουραστούνε και να καταστρώσουνε σχέδιο δράσης. Φάγανε βατόμουρα. Κανείς δε ξέρει πως άρχισαν. Ύστερα από λίγο το ξανθό αγόρι βρέθηκε στο γρασίδι, ξεγυμνωμένο μπρούμυτα και τ' άλλα εννιά περάσαν από πάνω του, παίρνοντάς το σα πόρνη, βάρβαρα. Τα έμπειρα αγόρια χώνονταν στον κώλο του για να ικανοποιήσουνε τον πόθο τους, ενώ τα λιγότερο έμπειρα, τρίβονταν ανάμεσα στα μπούτια του με τη τρυφερή σα γυναίκας επιδερμίδα. Φτύνανε στις παλάμες τους και σαλιώνανε το πέος τους. Το ξανθό αγόρι ούρλιαζε, χτυπιότανε κι έκλαιγε, μα τ' άλλα το κρατούσανε σφιχτά και το ξεθέωσαν ώσπου χορτάσανε.
Anais Nin
"Τα Ερωτικά"
Εκδόσεις: ΕΞΑΝΤΑΣ (400 σελίδες)
Μετάφραση: Γεράσιμου Μάρκου
Αναδημοσίευση από peri-grafis.net/ergo.php?id=1038
Η Αναΐς Νιν γράφει για τα ημερολόγια της:
(Λος Άντζελες, Σεπτέμβριος 1976)
"Από εκείνη την εποχή, όταν όλοι μας γράφαμε ερωτικά κομμάτια για ένα δολάριο τη σελίδα, κατάλαβα ότι αιώνες τώρα είχαμε ένα και μόνο μοντέλο για αυτό το είδος λογοτεχνίας: το αντρικό γράψιμο. Είχα ήδη συνειδητοποιήσει τη διαφορά ανάμεσα στην αντρική και τη γυναικεία συμπεριφορά της σεξουαλικής πείρας.
Ήξερα ότι υπήρχε μια απέραντη διαφορά ανάμεσα στη σαφήνεια του Χένρι Μίλερ και στα δικά μου διφορούμενα: ανάμεσα στη δική του χιουμοριστική, γεμάτη οίστρο ακολασίας άποψη για το σεξ και στις δικές μου ποιητικές περιγραφές ερωτικών δεσμών στα αδημοσίευτα κομμάτια του "Ημερολογίου". [...]
Οι γυναίκες, σκεφτόμουν, είναι περισσότερο ικανές να ενώνουν το σεξ με το συναίσθημα, με τον έρωτα, και να ανήκουν μάλλον σε ένα μόνο άντρα παρά να είναι ασύδοτες. Αυτό το κατάλαβα καλύτερα όταν έγραφα τα μυθιστορήματα και το "Ημερολόγιο" και το είδα ακόμα πιο καθαρά όταν άρχισα να διδάσκω. Όσο κι αν η στάση όμως της γυναίκας απέναντι στο σεξ είναι διαφορετική από του άντρα, δεν είχαμε μάθει ακόμα πώς να την περιγράφουμε.
Εδώ, στα "Ερωτικά" έγραψα για ψυχαγωγία κάτω από την πίεση ενός πελάτη (σ.σ. του συλλέκτη-εντολοδόχου τους), που μου ζητούσε "να παρατήσω την ποίηση". Πίστευα ότι το ύφος μου προερχόταν από διαβάσματα έργων των αντρών. Γι' αυτό το λόγο, από καιρό νόμιζα ότι συμβιβάστηκα με το γυναικείο μου εαυτό.
Έβαλα τα "Ερωτικά" στην άκρη. Διαβάζοντάς τα ξανά πολλά
χρόνια αργότερα, βλέπω ότι η προσωπική μου φωνή δεν είχε απόλυτα καταπιεστεί. Σε πολλά μέρη χρησιμοποιούσα ενστικτωδώς γυναικεία γλώσσα, βλέποντας τη σεξουαλική εμπειρία από γυναικεία άποψη. Τελικά αποφάσισα να επιτρέψω τη δημοσίευση των "Ερωτικών" μια και δείχνουν τις αρχικές προσπάθειες μιας γυναίκας σε έναν κόσμο ο οποίος είναι ιδιοκτησία των αντρών.
Αν εκδοθεί ποτέ το "Ημερολόγιο" χωρίς περικοπές, αυτή η γυναικεία άποψη θα καθιερωθεί ακόμα πιο καθαρά. Θα δείξει ότι
οι γυναίκες (και εγώ, στο "Ημερολόγιο"), δεν ξεχωρίζουμε ποτέ το σεξ από το αίσθημα, από τον έρωτα για ολόκληρο τον άντρα".
Γράμμα της Αναΐς προς την Τζούν
Φεβρουάριος 1932, Παρίσι).
«Τζουν... Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν θα σε ξαναδώ να έρχεσαι προς το μέρος μου, ξεπροβάλλοντας από τα σκοτάδια του
κήπου. Περιμένω μερικές φορές στο σημείο όπου συνηθίζαμε να συναντιόμαστε, προσδοκώντας να σε δω ξανά να περπατάς προς το μέρος μου, ξεμακραίνοντας από το πλήθος εσύ, τόσο ξεχωριστή και μοναδική. Όταν έφυγες, το σπίτι άρχισε να με πνίγει. Ήθελα να βρεθώ μόνη μου με την εικόνα σου... Νοίκιασα λοιπόν ένα στούντιο στο Παρίσι, ένα
μικρό, ετοιμόρροπο διαμερισματάκι και καταφεύγω εκεί τουλάχιστον λίγες ώρες την ημέρα. Ποια είναι όμως αυτή η "άλλη" ζωή που θέλω να ζήσω χωρίς εσένα; Μερικές
φορές πρέπει να φαντασθώ ότι είσαι παρούσα, Τζουν. Νιώθω σαν να θέλω να γίνω εσύ. Ποτέ άλλοτε δεν θέλησα να γίνω κανένας άλλος εκτός από τον εαυτό μου. Τώρα θέλω να λιώσω
μέσα σου, να έρθω τόσο απίστευτα κοντά σου που ο εαυτός μου να εξαφανισθεί...»